CONTINENTAL
CONTINENTAL
CONTINENTAL, UN FILM SANS FUSIL / CONTINENTAL, A FILM WITHOUT GUNS

του Στεφάν Λαφλέρ
με τους Μαρί-Ζινέτ Γκουαί, Ζιλμπέρ Σικότ

Υπόθεση: Το φιλμ Continental εξελίσσει την ιστορία τεσσάρων χαρακτήρων, των οποίων οι ζωές θα πλεχτούν δεξιοτεχνικά λόγω αυτής της εξαφάνισης. Η Λουσέτ (Μαρί-Ζινέτ Γκουαί) είναι η γυναίκα του Άνδρα, που περιμένει με ανυπομονησία την επιστροφή του. Ο Λουί (Ρεάλ Μποσέ) είναι πωλητής, νέος στο επάγγελμα, ο οποίος λόγω μιας δουλειάς του αναλαμβάνει, ασκεί αφόρητη πίεση στην οικογένειά και ιδιαίτερα στη γυναίκα του. Η Σαντάλ (Φανί Μαλέτ) εργάζεται στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου και φαντάζεται να μοιραστεί κάποτε τη ζωή της με έναν ξεχωριστό σύντροφο. Ο Μαρσέλ (Ζιλμπέρ Σικότ) είναι τζογαδόρος για αρκετό διάστημα, μα τώρα σκέφτεται να τα έχει παρατήσει. Τώρα έρχεται αντιμέτωπος με την αγωνία που προκαλεί το γήρας. Αν και αυτές οι ιστορίες φαίνονται να μην έχουν σχέση μεταξύ τους, στη πορεία διασταυρώνονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η κάθε μια να αποτελεί το καθρέφτη της άλλης.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ

 

Πρωταγωνιστούν:

    Marie-Ginette Guay... Lucette Simoneau
    Gilbert Sicotte... Marcel Beaudoin
    Fanny Mallette... Chantal Lefebvre
    Réal Bossé... Louis Girard
    Pauline Martin... Nicole
    Marie Brassard... Diane
    Denis Houle... Denis
    Gary Boudreault... Policier
    Dominique Quesnel... Femme de chambre
    Daniel Desputeau... Dentiste
    Robert Reynaert... Paul Simoneau
    Marika Lhoumeau... Jeune mère
    Jocelyne Zucco... Conseillère financière
    Bonfield Marcoux... Directeur des ressources humaines
    Madeleine Péloquin... Caissière pharmacie
    Gilles Lalonde... Client
    Carmen Sylvestre... Cliente
    Claude Paiement... Client
    Roger Beaulne... Curé
    Brigitte Tremblay... Fille party

Σκηνοθεσία
Stéphane Lafleur

Σενάριο
Stéphane Lafleur

Παραγωγή
Luc Déry
Kim McCraw


Μουσική
Stéphane Lafleur
Hugo Lavoie


Φωτογραφία
Sara Mishara

Μοντάζ
Sophie Leblond

Casting
Marie-Jan Seille

Καλλιτεχνική Διεύθυνση
André-Line Beauparlant

Κοστούμια
Sophie Lefebvre

Χρονολογία παραγωγής
2007

Χώρα παραγωγής
ΚΑΝΑΔΑΣ

Γλώσσα
ΑΓΓΛΙΚΑ, ΓΑΛΛΙΚΑ

Διάρκεια
103'

Εικόνα
ΕΓΧΡΩΜΗ 1,85:1

Είδος ταινίας
ΚΩΜΩΔΙΑ, ΔΡΑΜΑ

Εταιρείες Παραγωγής
micro_scope

Καταλληλότητα
Canada:G | USA:G

Ήχος
Dolby Digital

Διανομή
ΑΜΑ Films



CONTINENTAL

Περισσότερα για την ταινία (Δελτίο Τύπου)

ΑΝΑΛΥΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ

ΛΟΥΣΕΤ (ΜΑΡΙ-ΖΙΝΕΤ ΓΚΟΥΑΙ): Είναι η σύζυγος του ανώνυμου Άνδρα. Η εξαφάνιση του, έχει αφήσει ένα τεράστιο κενό στη ζωή της. Τι του συνέβη; Μήπως είναι νεκρός; Κρύβεται επειδή φοβάται; Θα γυρίσει πίσω; Έωλα ερωτήματα που τη βασανίζουν. Συνεχίζει τη ζωή της αναζητώντας απαντήσεις, που δεν έρχονται ποτέ. Θα συνεχίσει να θρηνεί ή θα πάρει τη ζωή στα χέρια της; Η αστυνομία της ανακοινώνει ότι οι ελπίδες για να βρεθεί ο Άνδρας, είναι μηδαμινές. Η Λουσέτ προσπαθεί σιγά-σιγά να απελευθερωθεί συνειδησιακά και να κοιτάξει το μέλλον της. Όμως έχει 30 χρόνια γάμου στη πλάτη της. Οι αναμνήσεις τη πνίγουν. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσει παρακάτω.

ΛΟΥΙ (ΡΕΑΛ ΜΠΟΣΕ): Μόλις έχει πατήσει τα 30 και έχει γίνει πρόσφατα πατέρας. Προσλαμβάνεται από μια ασφαλιστική εταιρία σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, στην οποία δούλευε ο Άνδρας. Απομακρυσμένος από τη γυναίκα και τις τρεις κόρες του, μένει μόνος στο δωμάτιο 314 ενός φτηνού ξενοδοχείου. Μια νύχτα ακούει τους ενοίκους του διπλανού δωματίου να κάνουν έρωτα. Αυτό το φαινομενικά ανώδυνο γεγονός, ξυπνά μέσα του συναισθήματα και ένστικτα, που τα είχε καταπιέσει για πολλά χρόνια.

ΣΑΝΤΑΛ (ΦΑΝΙ ΜΑΛΕΤ): Δουλεύει στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, όπου διαμένει ο Λουί. Πλησιάζει τα 35 και ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή. Η Σαντάλ επιθυμεί να αποκτήσει ένα φίλο, αλλά όλες οι μέχρι τώρα προσπάθειες είναι αποτυχημένες, προκαλώντας της μεγάλη απογοήτευση. Οποιεσδήποτε επαφές είχε και έχει, πνίγονται στην αμηχανία. Τώρα κρατά τις αποστάσεις της και όσοι τη πλησιάζουν, απαντά με ασάφειες. Αυτές οι μηχανικές απαντήσεις, χρησιμεύουν σαν προσωπικό ημερολόγιο. Μέσα από την υποστήριξη της Μανόν, μιας συναδέλφου, η Λουσέτ προσπαθεί να βάλει σε τάξη την εσωτερικό της κόσμο.

ΜΑΡΣΕΛ (ΖΙΛΜΠΕΡ ΣΙΚΟΤ): Ένας πρώην ημιεπαγγελματίας οργανίστας, που συνήθως έπαιζε σε music halls. Η δύσκολη ζωή του περιπλανώμενου μουσικού, τον ανάγκασαν να τα παρατήσει. Τώρα είναι ιδιοκτήτης ενός χρεοκοπημένου ψιλικατζίδικου. Ένας επίμονος πόνος στα δόντια, τον αναγκάζει να επισκεφτεί οδοντίατρο. Ο τελευταίος του ανακοινώνει πως η κατάστασή του απαιτεί μια ακριβή εγχείρηση, ειδάλλως θα πρέπει να αντικαταστήσει τα δόντια του, με τεχνητή οδοντοστοιχία. Για τον Μαρσέλ η δεύτερη επιλογή είναι αδιανόητη. Πιστεύει ότι αν χάσει τα δόντια του, αυτό θα σημαίνει ότι γερνά. Ο Μαρσέλ τρέμει τα γεράματα όσο τίποτε άλλο. Στη συνέχεια αρχίζει το τζόγο και ιδιαίτερα τα «φρουτάκια». Έτσι μαζεύει χρήματα για να πληρώσει την εγχείρησή του.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

ΕΡΩΤΗΣΗ: Μπορείς να μας εξηγήσεις το τίτλο της ταινίας σου;

ΣΤΕΦΑΝ ΛΑΦΛΕΡ: Στις Η.Π.Α, continental είναι ένα είδος χορού. Χορεύεται ανά γκρουπ, αλλά κάθε άτομο εξελίσσει τις δικές του φιγούρες. Τα βήματα γίνονται ομαδικά, μόνο που οι άνθρωποι δεν αγγίζονται. Επίσης το επίθετο continental εμπεριέχει και την έννοια continent, που σημαίνει ήπειρος. Κατάγομαι από το Κεμπέκ και ανήκω πολιτιστικά όσο και γεωγραφικά στη Βόρειο Αμερική. Ο υπότιτλος «A FILM WITHOUT GUNS», τοποθετεί τη ταινία στη δυτική-βορειοαμερικανική πραγματικότητα. Αυτό είναι ένα «αμερικάνικο» φιλμ...μα σαφώς χωρίς όπλα.

ΕΡ: Το να είσαι ή να νιώθεις μόνος ανάμεσα σε κόσμο και να μοιράζεσαι μια ήπειρο με άλλους, υποστηρίζεται πλήρως από τις τέσσερις παράλληλες ιστορίες που παρουσιάζονται στο «CONTINENTAL». Τέσσερις ιστορίες που ενσωματώνονται σε τέσσερις χαρακτήρες. Περνούν από τον έναν στον άλλο σε ένα συνεχές παιχνίδι εγγύτητας και απομάκρυνσης. Η Σαντάλ, ο Λουί, η Λουσέτ και ο Μαρσέλ, ζουν ο καθένας ξεχωριστά τα προσωπικά τους δράματα. Είναι μοναχικοί, αλλά κάπου συναντιούνται.

ΑΠ: Αυτό που ήθελα να κάνω δεν ήταν μια πραγματεία πάνω στη μοναξιά. Αυτό που προσπάθησα να κάνω είναι να αντιπαραθέσω τη μοναξιά, με την αληλεγγύη και τη συμβίωση. Από την άλλη αν έπρεπε να θίξω αποκλειστικά ένα θέμα, αυτό θα ήταν η ιδέα της συμβίωσης που αναπτύσσω σε καθένα από τους χαρακτήρες ξεχωριστά. Η ζωή συνεχίζεται πέρα από το κινηματογραφικό κάδρο και μας υπενθυμίζει ότι ποτέ δεν είμαστε τελείως μόνοι. Αν ο φακός οριοθετεί αυτές τις τέσσερις ιστορίες, είναι μια σύμπτωση. Αυτά τα πορτραίτα είναι αυθαίρετα στο βαθμό που η κάμερα διαλέγει να «κοιτάξει». Σε αυτές τις εικόνες, σε αυτά τα πρόσωπα, που από όποια οπτική γωνία και να το δεις η ταινία θα μπορούσε να πει την ίδια ιστορία, για τέσσερις άλλους χαρακτήρες.

ΕΡ: Βγαίνοντας έξω από το κάδρο αισθάνεσαι τη παρουσία, άλλων όντων. Μια απόκοσμη ατμόσφαιρα περιβάλει τις σκηνές της ταινίας. Ο σχεδιασμός του ήχου με δεξιοτεχνία «ξυπνά» τις αισθήσεις και γίνεται ένας αυτούσιος χαρακτήρας. Πες μας κάτι για το ηχητικό σύμπαν του«CONTINENTAL».

ΑΠ: Συνήθως στο σινεμά, η ένταση των οικείων ήχων που περιβάλλουν τη καθημερινότητά μας, απαλείφονται. Για παράδειγμα ο ήχος ενός ψυγείου, είτε θα παρακαμφθεί, είτε θα εξαφανιστεί. Στο δικό μου φιλμ έκανα μια προσπάθεια να αποδώσω την αυθεντικότητα των ήχων που κυριαρχούν στη ζωή μας. Ήχοι και θόρυβοι που δίνουν χρώμα στην υπόσταση των χαρακτήρων μου και αντανακλούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται. Ακούσματα και αντικείμενα συμπληρώνουν τη ζωή μας εξάλλου. Διάλεξα να δώσω έμφαση λοιπόν στους φυσικούς ήχους και όχι στη μουσική και με αυτό το τρόπο ανέδειξα την σημαντικότητα που παρέχουν οι ηχητικοί τόνοι, σε κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά.

ΕΡ: Ξέχωρα από τον ήχο και την δραματική, φθινοπωρινή ατμόσφαιρα, το location των γυρισμάτων (προάστια), είναι κι αυτό από μόνο του ένας χαρακτήρας.

ΑΠ: Αυτό δεν ήταν μια απόφαση που πήρε χρόνο. Προέρχομαι από τα προάστια και αυτά κατά κάποιο τρόπο επιβλήθηκαν επάνω μου. Ζώντας εκεί, τυπικά χορεύεις «CONTINENTAL». Στα προάστια νιώθεις μοναξιά και χαίρεσαι με τα μικρά πράγματα. Δεν θέλω να γίνω επικριτικός όπως άλλοι. Όπως δε θέλω να κρίνω και τους χαρακτήρες μου. Είναι οι ήρωες της διπλανής πόρτας. Αυτό με απασχολούσε πολύ και έπρεπε να υποστηριχτεί και από την κινηματογράφηση. Η φωτογράφος μου Σάρα Μισάρα και εγώ καταλήξαμε αρκετές φορές στη φόρμα των ακίνητων, στατικών πλάνων, που υπήρξαν η βάση τη έμπνευσής μας. Ήθελα να συγκεντρωθεί ο θεατής και να παρατηρήσει το πως ζουν οι χαρακτήρες, μέσα στο κάδρο. Επίσης τα στατικά πλάνα δεν περιορίζουν τη δράση, αφού αφήνουν άλλους χαρακτήρες εκτός, σε ένα παράλληλο σύμπαν, δίχως να βλέπουμε τι κάνουν.

Ερ: Ποια είναι η σχέση σου με τους χαρακτήρες;

Απ: Ακούγεται τρελό, αλλά υπό μια έννοια οι χαρακτήρες μου υπαγόρευσαν τις ιστορίες τους. Αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να συμβιώσω μαζί τους. Κατά τη διάρκεια της περιόδου του γραψίματος, ακολούθησα τις αφηγήσεις με ευγένεια και ασφάλεια. Αισθανόμουν οτι οι ιστορίες τους ήταν αυτόνομες. Για μένα είναι σημαντικό ο θεατής να πιστεύει σε αυτήν την αυτονομία και την ύπαρξη των χαρακτήρων, ώστε να νοιώσει επίσης ότι οι χαρακτήρες υπήρχαν και πριν την ταινία και ότι θα συνεχίσουν την ζωή τους και μετά τους τίτλους τέλους. Θα έλεγα ότι έγραψα τις ιστορίες των χαρακτήρων μου σχεδόν ενστικτωδώς και ότι η έννοια του ενστίκτου είναι ακόμα μία ακόμα από τις θεματικές έννοιες της ταινίας. Ο άνθρωπος περνάει τη ζωή του κάνοντας επιλογές που δεν ήταν ούτε προμελετημένες αλλά ούτε απολύτως λογικές, και θα ένοιωθε μεγάλη πίεση να εξηγήσει ορθολογιστικά κάποιες από αυτές τις κινήσεις ή τις επιλογές που έκανε. Αυτό είναι ένα από τα όμορφα πράγματα στη ζωή.

Ερ: Αν έπρεπε να προσδιορίσουμε το κινηματογραφικό είδος του «CONTINENTAL», ποια από τις ακόλουθες ονομασίες θα ταίριαζαν περισσότερο; Ένα ευαίσθητο θρίλερ, ένα ποιητικό δράμα, ή ένα ρεαλιστικό παραμύθι;

Απ: Μου αρέσει η ιδέα ενός παραμυθιού, γιατί επιτρέπει – ως ένα βαθμό- την ενσωμάτωση της φαντασίας και του σουρεαλισμού σε ένα συνολικό ρεαλιστικό πλαίσιο: το δάσος, οι παράξενοι θόρυβοι στο τηλέφωνο της Λουσέτ, χαρακτήρες που εξαφανίζονται στο σκοτάδι. Υπάρχουν μικρά μυστήρια που παραμένουν άλυτα κατά την διάρκεια της ταινίας, και αφήνοντάς τα έτσι, ήταν κάτι πολύτιμο για μένα. Επίσης μου αρέσει η ιδέα ενός ποιητικού δράματος γιατί κάθε χαρακτήρας ζει το δικό του /της δράμα, και γιατί λατρεύω την ποίηση που αναπαριστούν τα προσωπικά δράματα στα μάτια αυτών που τα ζουν. Παρά τους πολέμους, τον πλανητικό τρόμο και τις παγκόσμιες καταστροφές, τίποτα δεν ξεπερνάει την προσωπική τραγωδία, γιατί από αυτή είναι φτιαγμένη τα ανθρώπινα όντα. Ο υπότιτλος «μια ταινία χωρίς όπλα» μπορεί επίσης να αναφέρεται σε αυτήν την διάσταση της ζωής και την πραγματικότητα του καθημερινού μας κόσμου. Παρόλο που η αλήθεια είναι ότι τίποτα απίστευτο δεν συμβαίνει στον Μαρσέλ, στην Λουσέτ, στην Σαντάλ ή στον Λουί, για τον καθένα, η προσωπική τους ιστορία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.

Ερ: Η εμπειρία σου ως μοντέρ επηρέασε τον τρόπο που σκέφτηκες για την ταινία και που τον τρόπο που την γύρισες;

Απ: Απολύτως. Ήξερα, για παράδειγμα, πως να μπω και πως να βγω σε ένα πλάνο. Το ότι έχω υπάρξει μοντέρ επηρέασε επίσης και τον τρόπο με τον οποίο έγραψα και το σενάριο: γνωρίζοντας ότι κατά ένα πολύ μεγάλο βαθμό αυτό που θα γυριζόταν θα μπορούσε να επαναρυθμιστεί στο μοντάζ και ότι η σειρά των πραγμάτων μπορεί να αλλάξει, δεν ήθελα να στριμωχτώ σε μια γωνιά. Λέγοντας αυτό παρ’ όλα αυτά δεν θέλω να προσποιούμαι ήμουν απαλλαγμένος από διλήμματα καθ’ ότι ήταν αρκετά επικίνδυνο να γυρίσουμε προνοώντας από πριν το μοντάζ.

Ερ: Δεδομένου ότι ο πολυσχιδής σκηνοθέτης είναι επίσης και μουσικός, του επιτρέπει αυτό να παραλληλίσει ένα μουσικό κομμάτι με μια ταινία;

Απ: Εννοείς, πέρα από το ότι μια ταινία είναι χορωδιακή; (γέλιο). Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να διαβάσω μουσική. Παίζω με το αυτί. Όπως και στη μουσική, ξεκίνησα αυτήν την ταινία με μία μεγάλη δόση ενστίκτου, την έγραψα με το αυτί!

Ερ: Τι εντύπωση θέλεις να αφήσει η ταινία σου στον θεατή;

Απ: Πραγματικά ταπεινά, αν η ταινία μου μπορούσε να αφήσει κάποια εντύπωση- ακόμα και μια μέτρια- θα ήθελα το «CONTINENTAL»να εμπνεύσει τον θεατή να πάει παρακάτω, να οδηγηθεί προς την κατεύθυνση που νομίζει ότι του ταιριάζει περισσότερο . Στην πραγματικότητα θα ήθελα αυτή η ταινία να τους ωθήσει να ψάξουν για το καλό...και να το βρουν! (γέλια)

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ

Τα τελευταία 10 χρόνια ο Στεφάν Λαφλέρ, συνέβαλε στη δημιουργία 30 ανεξάρτητων ταινιών μικρού μήκους. Υπήρξε ένας από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας «Kino». Η σπουδαστική του ταινία «KARAOKE», έλαβε μέρος το 1999, στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Τορόντο, αποσπώντας το βραβείο της Επιτροπής. Το 2002, η ταινία «SNOOZE» τον έκανε διάσημο στη πατρίδα του το Καναδά και συμμετείχε σε πολλά φεστιβάλ ανά το κόσμο. Ο Στεφάν Λαφλέρ, δουλεύει επίσης και ως μοντέρ σε τηλεοπτικές σειρές και ντοκιμαντέρ.

ΕΠΙΣΗΜΟ SITE :


ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ

http://www.imdb.com/
 http://www.myfilm.gr/

Κινηματογράφος ΑΣΤΥ