Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει (Cesare deve morire)Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει
Cesare deve morire / Caesar Must Die

των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
με τους Κόσιμο Ρέγκα, Σαλβατόρε Στριάνο, Τζιοβάνι Αρκούρι, Αντόνιο Φράσκα


Σύνοψη:
Η κάμερα των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι εισχωρεί στη φυλακή Ρεμπίμπια, στα προάστια της Ρώμης, και καταγράφει τις οντισιόν, τις συζητήσεις και τη διανομή των ρόλων, τις προετοιμασίες, και εντέλει το ανέβασμα της παράστασης “Ιούλιος Καίσαρας”, με πρωταγωνιστές πραγματικούς κρατουμένους των φυλακών.

Το θέατρο βρίσκεται στη φυλακή Ρεμπίμπια, στη Ρώμη. Η παράσταση “Ιούλιος Καίσαρας” του Γουίλιαμ Σαίξπηρ έχει μόλις τελειώσει εν μέσω ενθουσιασμού και επιδοκιμασιών. Τα φώτα σβήνουν και οι ηθοποιοί είναι και πάλι φυλακισμένοι, επιστρέφοντας στα κελιά τους.

Χρυσή Άρκτος Καλύτερης Ταινίας στο 62ο Φεστιβάλ Βερολίνου 2012

[Έξοδος:  27/9/2012 ]

 

 

 

 

Έξι μήνες πριν

Ένας δεσμοφύλακας και ο διευθυντής καλλιτεχνικής αναμόρφωσης συζητούν με τους κρατουμένους για ένα νέο πρότζεκτ, το ανέβασμα του “Ιούλιου Καίσαρα” στη φυλακή. Πρώτα γίνεται το κάστινγκ. Στη συνέχεια μελετάται το κείμενο του Σαίξπηρ. Η παγκόσμια γλώσσα του Σαίξπηρ βοηθά τους ηθοποιούς ν’ ανακαλύψουν τους χαρακτήρες τους. Η πορεία μέχρι το ανέβασμα της παράστασης είναι μεγάλη και συνοδεύεται από άγχος, ελπίδα και παιχνίδι. Αυτά είναι τα συναισθήματα των κρατουμένων-ηθοποιών τη νύχτα στο κελί τους, όταν επιστρέφουν από την ημερήσια πρόβα τους.

Ποιος είναι ο Τζιοβάνι που παίζει τον Καίσαρα; Ποιος είναι ο Σαλβατόρε που υποδύεται τον Βρούτο; Για ποια αδικήματα έχει καταδικαστεί και βρίσκεται στη φυλακή; Όλα αυτά δεν τα κρύβει η ταινία των Ταβιάνι.

Πολλές στιγμές τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Η διαδικασία αυτή δεν απελευθερώνει πάντα τους κρατουμένους, οι οποίοι εξακολουθούν να σκέφτονται τον εγκλεισμό τους και αντιδρούν, αγανακτούν, εξεγείρονται. Υπάρχουν φορές που η παράσταση κοντεύει να ακυρωθεί. Και φτάνει η ημέρα της πρεμιέρας. Φοβισμένοι και ανήσυχοι οι ηθοποιοί αντικρίζουν ένα πολυάριθμο και ετερόκλητο κοινό: τροφίμους φυλακών, ηθοποιούς, φοιτητές, σκηνοθέτες.

Ο “Ιούλιος Καίσαρας” τους φέρνει πίσω στη ζωή, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, στο μικρό θέατρο των φυλακών.

Όμως οι τρόφιμοι μετά επιστρέφουν στα κελιά τους. Ακόμη και ο Κάσιος, ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του έργου, ένας από τους καλύτερους. Είναι στη φυλακή για χρόνια, όμως αυτή τη νύχτα νιώθει μέσα στο κελί του διαφορετικά, κάπως να δυσφορεί. Και όμως παραμένει εκεί. Γυρίζει, κοιτάζει την κάμερα και μας λέει: “Από τότε που ασχολήθηκα με την τέχνη, αυτό το κελί έχει μετατραπεί όντως σε φυλακή.”

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Αν και διανύουν την όγδοη δεκαετία της ζωής τους, οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι εντυπωσίασαν στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου, ενθουσιάζοντας κοινό, δημοσιογράφους και κριτική επιτροπή, και κερδίζοντας την Χρυσή Αρκούδα και το Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής με την ταινία “Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει”. Έχουν λάβει, ακόμη, τα σημαντικότερα βραβεία στην Ιταλία.

Η ταινία “Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει” ξεκίνησε, όπως υποστηρίζουν οι Πάολο και Βιτόριο, όταν επισκέφθηκαν τη φυλακή Ρεμπίμπια, στα προάστια της Ρώμης και συνάντησαν κρατουμένους που συμμετείχαν σε μια εκδήλωση ποίησης με επίκεντρο αποσπάσματα της “Θείας Κωμωδίας” του Δάντη.

Λίγο καιρό αργότερα επέστρεψαν και ρώτησαν τους κρατουμένους αν ήθελαν να συμμετάσχουν σε μια κινηματογραφική διασκευή του “Ιουλίου Καίσαρα” του Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Η απάντηση των κρατουμένων και του υπευθύνου της καλλιτεχνικής τους αναμόρφωσης ήταν άμεση και θετική και έτσι έγινε πραγματικότητα η ταινία.

Και αποτελεί μια μεταφορά όλο συμβολισμούς, ένα πείραμα, το παιχνίδι αναμόρφωσης, ή καλύτερα τον άκρως ιδιαίτερο τρόπο προσέγγισης της ελευθερίας, με φόντο το αληθινό περιβάλλον των φυλακών.

Πως δηλαδή κλείνεται ο ρεαλισμός σε πλαίσια, και μεταγράφεται διαμέσου της τέχνης ενός κλασικού έργου του Σαίξπηρ.

Εντυπωσιακό, ελκυστικό και προκλητικό ντοκιουντράμα, χαρακτήρισε την ταινία των αδελφών Ταβιάνι το έγκριτο περιοδικό Variety.

 

 


Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει (Cesare deve morire)Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει
Cesare deve morire / Caesar Must Die

των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
με τους Κόσιμο Ρέγκα, Σαλβατόρε Στριάνο, Τζιοβάνι Αρκούρι, Αντόνιο Φράσκα


Σύνοψη:
Η κάμερα των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι εισχωρεί στη φυλακή Ρεμπίμπια, στα προάστια της Ρώμης, και καταγράφει τις οντισιόν, τις συζητήσεις και τη διανομή των ρόλων, τις προετοιμασίες, και εντέλει το ανέβασμα της παράστασης “Ιούλιος Καίσαρας”, με πρωταγωνιστές πραγματικούς κρατουμένους των φυλακών.

Το θέατρο βρίσκεται στη φυλακή Ρεμπίμπια, στη Ρώμη. Η παράσταση “Ιούλιος Καίσαρας” του Γουίλιαμ Σαίξπηρ έχει μόλις τελειώσει εν μέσω ενθουσιασμού και επιδοκιμασιών. Τα φώτα σβήνουν και οι ηθοποιοί είναι και πάλι φυλακισμένοι, επιστρέφοντας στα κελιά τους.

Χρυσή Άρκτος Καλύτερης Ταινίας στο 62ο Φεστιβάλ Βερολίνου 2012

[Έξοδος:  27/9/2012 ]

 

 

 

 

Έξι μήνες πριν

Ένας δεσμοφύλακας και ο διευθυντής καλλιτεχνικής αναμόρφωσης συζητούν με τους κρατουμένους για ένα νέο πρότζεκτ, το ανέβασμα του “Ιούλιου Καίσαρα” στη φυλακή. Πρώτα γίνεται το κάστινγκ. Στη συνέχεια μελετάται το κείμενο του Σαίξπηρ. Η παγκόσμια γλώσσα του Σαίξπηρ βοηθά τους ηθοποιούς ν’ ανακαλύψουν τους χαρακτήρες τους. Η πορεία μέχρι το ανέβασμα της παράστασης είναι μεγάλη και συνοδεύεται από άγχος, ελπίδα και παιχνίδι. Αυτά είναι τα συναισθήματα των κρατουμένων-ηθοποιών τη νύχτα στο κελί τους, όταν επιστρέφουν από την ημερήσια πρόβα τους.

Ποιος είναι ο Τζιοβάνι που παίζει τον Καίσαρα; Ποιος είναι ο Σαλβατόρε που υποδύεται τον Βρούτο; Για ποια αδικήματα έχει καταδικαστεί και βρίσκεται στη φυλακή; Όλα αυτά δεν τα κρύβει η ταινία των Ταβιάνι.

Πολλές στιγμές τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Η διαδικασία αυτή δεν απελευθερώνει πάντα τους κρατουμένους, οι οποίοι εξακολουθούν να σκέφτονται τον εγκλεισμό τους και αντιδρούν, αγανακτούν, εξεγείρονται. Υπάρχουν φορές που η παράσταση κοντεύει να ακυρωθεί. Και φτάνει η ημέρα της πρεμιέρας. Φοβισμένοι και ανήσυχοι οι ηθοποιοί αντικρίζουν ένα πολυάριθμο και ετερόκλητο κοινό: τροφίμους φυλακών, ηθοποιούς, φοιτητές, σκηνοθέτες.

Ο “Ιούλιος Καίσαρας” τους φέρνει πίσω στη ζωή, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, στο μικρό θέατρο των φυλακών.

Όμως οι τρόφιμοι μετά επιστρέφουν στα κελιά τους. Ακόμη και ο Κάσιος, ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του έργου, ένας από τους καλύτερους. Είναι στη φυλακή για χρόνια, όμως αυτή τη νύχτα νιώθει μέσα στο κελί του διαφορετικά, κάπως να δυσφορεί. Και όμως παραμένει εκεί. Γυρίζει, κοιτάζει την κάμερα και μας λέει: “Από τότε που ασχολήθηκα με την τέχνη, αυτό το κελί έχει μετατραπεί όντως σε φυλακή.”

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Αν και διανύουν την όγδοη δεκαετία της ζωής τους, οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι εντυπωσίασαν στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου, ενθουσιάζοντας κοινό, δημοσιογράφους και κριτική επιτροπή, και κερδίζοντας την Χρυσή Αρκούδα και το Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής με την ταινία “Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει”. Έχουν λάβει, ακόμη, τα σημαντικότερα βραβεία στην Ιταλία.

Η ταινία “Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει” ξεκίνησε, όπως υποστηρίζουν οι Πάολο και Βιτόριο, όταν επισκέφθηκαν τη φυλακή Ρεμπίμπια, στα προάστια της Ρώμης και συνάντησαν κρατουμένους που συμμετείχαν σε μια εκδήλωση ποίησης με επίκεντρο αποσπάσματα της “Θείας Κωμωδίας” του Δάντη.

Λίγο καιρό αργότερα επέστρεψαν και ρώτησαν τους κρατουμένους αν ήθελαν να συμμετάσχουν σε μια κινηματογραφική διασκευή του “Ιουλίου Καίσαρα” του Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Η απάντηση των κρατουμένων και του υπευθύνου της καλλιτεχνικής τους αναμόρφωσης ήταν άμεση και θετική και έτσι έγινε πραγματικότητα η ταινία.

Και αποτελεί μια μεταφορά όλο συμβολισμούς, ένα πείραμα, το παιχνίδι αναμόρφωσης, ή καλύτερα τον άκρως ιδιαίτερο τρόπο προσέγγισης της ελευθερίας, με φόντο το αληθινό περιβάλλον των φυλακών.

Πως δηλαδή κλείνεται ο ρεαλισμός σε πλαίσια, και μεταγράφεται διαμέσου της τέχνης ενός κλασικού έργου του Σαίξπηρ.

Εντυπωσιακό, ελκυστικό και προκλητικό ντοκιουντράμα, χαρακτήρισε την ταινία των αδελφών Ταβιάνι το έγκριτο περιοδικό Variety.

 

 

Συντελεστές ταινίας

 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ

Πρωταγωνιστούν:
Κόσιμο Ρέγκα, Σαλβατόρε Στριάνο, Τζιοβάνι Αρκούρι, Αντόνιο Φράσκα, Χουάν Ντάριο Μπονέτι, Βιντσέντσο Γκάλο, Ροζάριο Μαχοράνα, Φραντσέσκο Ντε Μάσι, Τζενάρο Σολίτο, Βιτόριο Παρέλα, Πασκουάλε Κραπέτι, Φραντσέσκο Καρουζόνε, Φάμπιο Ριτσούτο, Φάμπιο Καβάλι, Μαουρίλιο Τζιαφρέντα


Είδος ταινίας: Δράμα
Σκηνοθεσία: Πάολο & Βιτόριο Ταβιάνι
Σενάριο: Πάολο & Βιτόριο Ταβιάνι (βασίζεται στο θεατρικό έργο “Ιούλιος Καίσαρας” του Γουίλιαμ Σαίξπηρ)
Φωτογραφία: Σιμόνε Ζαμπάνι
Μουσική: Τζιουλιάνο Ταβιάνι, Καρμέλο Τράβια
Μοντάζ: Ρομπέρτο Περπινιάνι
Σχεδιασμός Παραγωγής: Κλαούντια Τσιρασόλα, Μόνικα Γκάλο
Παραγωγοί: Γκράτσια Βόλπι, Ντονατέλα Παλέρμο, Ανιέσε Φοντάνα, Λάουρα Αντρεΐνι Σαλέρνο, Σεσίλια Βαλμαράνα
Διανομή: Amafilms (Ελλάδα)
Χρονολογία παραγωγής: 2012
Χώρα παραγωγής: Ιταλία
Γλώσσα: Ιταλικά
Εικόνα: Έγχρωμη & Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 76'

 

 

Σκηνοθετικό Σημείωμα

 

 

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Μια αγαπημένη φίλη μας εξιστόρησε κάποτε την εμπειρία που είχε από θεατρική παράσταση, λίγα βράδια νωρίτερα. Έκλεγε και μας έλεγε ότι είχε να της συμβεί χρόνια κάτι παρόμοιο. Πήγαμε στο θέατρο, που βρισκόταν στη φυλακή της Ρώμης, Ρεμπίμπια, στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας.

Αφού περάσαμε από πύλες και αντικρίσαμε πολλές κλειστές πόρτες, εντέλει καταλήξαμε σε ένα μικρό θέατρο όπου περίπου 20 τρόφιμοι των φυλακών, μερικοί από τους οποίους έχουν καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη, συμμετείχαν στο ανέβασμα της “Θείας Κωμωδίας” του Δάντη. Είχαν επιλέξει μερικά αποσπάσματα από την “Κόλαση” και ξαναζούσαν τον πόνο και τα βασανιστήρια του Πάολο και της Φραντσέσκα, του Οδυσσέα και άλλων –που ζούσαν την κόλαση της δικής τους φυλακής.

Ο καθένας μιλούσε στη δική του διάλεκτο, παραλληλίζοντας στιγμές-στιγμές την ποίηση των ιστοριών του Δάντη με τη δική του ζωή. Θυμηθήκαμε τις κουβέντες και τα δάκρυα της φίλης μας. Νιώσαμε την ανάγκη να ανακαλύψουμε μέσω μιας ταινίας μας την ομορφιά αυτών των ερμηνειών που γεννιούνται στα κελιά των φυλακών, από ανθρώπους περιθωριακούς που ζουν μακριά από τον πολιτισμό.

Προτείναμε στον Φάμπιο Καβάλι, υπεύθυνο της καλλιτεχνικής αναμόρφωσης των τροφίμων, να μιλήσει μαζί τους για το ανέβασμα του “Ιούλιου Καίσαρα” του Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Συνεργαστήκαμε στενά με τους κρατουμένους: τους κινηματογραφήσαμε στα κελιά τους, στην αυλή της φυλακής, στους υπόλοιπους χώρους της πτέρυγας υψίστης ασφαλείας και φυσικά στη σκηνή του θεάτρου.

Προσπαθήσαμε να αποτυπώσουμε το κοντράστ της σκοτεινής ζωής τους με την ποιητικότητα που αναβλύζει από τα κείμενα και το λόγο του Σαίξπηρ –φιλία και προδοσία, δολοφονία και βασανιστήρια, η τιμή της δύναμης και η αλήθεια. Φτάνοντας βαθιά και εσωτερικά με αυτή τη δουλειά πάνω στο κείμενο του Σαίξπηρ, καταλήξαμε ότι κανείς ανακαλύπτει περισσότερο και καλύτερα τον εαυτό του, ειδικώς όταν αφήνει τη σκηνή και τον κόσμο της ώστε να επιστρέψει στα στενά, περιοριστικά όρια του κελιού του.

 

 

Συνεντεύξεις

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Πάολο & Βιτόριο Ταβιάνι


Γνωρίσαμε τον πόνο των κρατουμένων των φυλακών
ΑΠ’ ΤΟΝ ΕΠΙΣΗΜΟ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Μπορείτε να μας πείτε την ιστορία αυτής της ταινίας;

Όλα συνέβησαν τυχαία, όπως στην παλιότερη ταινία μας “Πατέρας-Αφέντης”, όταν τα πάντα ξεκίνησαν μετά τη συνάντηση μας με τον γεννημένο στη Σαρδηνία βοσκό Γκαβίνο Λέντα. Αυτή τη φορά -χάρη στην τηλεφωνική συνομιλία μας με μια πολλή καλή μας φίλη- ήρθαμε σε επαφή με έναν κόσμο που γνωρίζαμε μόνο από τις αμερικανικές ταινίες, μια και η Ρεμπίμπια, η φυλακή που βρίσκεται στα προάστια της Ρώμης, λίγο διαφέρει από αυτές που βλέπουμε στην οθόνη. Ωστόσο, στην πρώτη μας επίσκεψη εκεί, η θλιβερή ατμόσφαιρα της ζωής πίσω από τις σιδερένιες μπάρες είχε δώσει τη θέση της σε μια ενέργεια και έναν καλλιτεχνικό παροξυσμό ενός ποιητικού γεγονότος: κάποιοι από τους κρατουμένους ανέβαζαν αποσπάσματα από την “Κόλαση” του Δάντη. Εν συνεχεία ανακαλύψαμε ότι πολλοί από αυτούς είναι καταδικασμένοι σε ισόβια κάθειρξη στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας μια και ανήκουν στη Μαφία, την Καμόρα, τη Ντραγκέτα. Αυτό το παίξιμο τους προήλθε από την έντονη ανάγκη τους να πουν την αλήθεια έπειτα κι από την καθοδήγηση του “καλλιτεχνικού” διευθυντή τους, Φάμπιο Καβάλι. Όταν φύγαμε από τη Ρεμπίμπια συνειδητοποιήσαμε αμέσως ότι θέλουμε να μάθουμε περισσότερα για τους ίδιους και την κατάσταση τους. Έτσι, επιστρέψαμε προτείνοντας στους τροφίμους των φυλακών και τον Καβάλι να συμμετάσχουν στην κινηματογραφική διασκευή του “Ιούλιου Καίσαρα” του Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Η απάντηση τους ήταν: “Ξεκινάμε αμέσως!”.

Είναι όλοι οι ηθοποιοί της ταινίας κρατούμενοι στην πραγματικότητα; Όσα συνέβησαν στις οντισιόν, αποτυπώνονται ακριβώς στην ταινία;

Όλοι οι ηθοποιοί στην ταινία ήταν τρόφιμοι της πτέρυγας υψίστης ασφαλείας των φυλακών. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, ο Σαλβατόρε ‘Ζάζα’ Στριάνο -που υποδύεται τον Βρούτο- έχει ήδη εκτίσει την ποινή του στη φυλακή της Ρεμπίμπια. Είχε καταδικαστεί σε 14 χρόνια και 8 μήνες, και τελικά έκατσε 6 χρόνια και δέκα μήνες, ακολουθώντας τους κανόνες του συστήματος –τώρα πια είναι ελεύθερος πολίτης. Το ίδιο συνέβη και με τον Στρατόνε. Η μόνη διαφορετική περίπτωση είναι αυτή του καθηγητή υποκριτικής στις φυλακές, του Μαουρίλιο Τζιαφρέντα. Όσον αφορά τις οντισιόν, για πολλά χρόνια ακολουθούμε μια πολύ απλή και εξαιρετικά αποτελεσματική μέθοδο: ζητάμε από τους ηθοποιούς να αναπαρουσιαστούν σαν να ανακρίνονται από αξιωματικούς της αστυνομίας. Στη συνέχεια τους ζητάμε να αποχαιρετήσουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο, δείχνοντας πρώτα πόνο και μετά θυμό. Για την ταινία αυτή, η δουλειά ήταν κάπως πιο απλή: συνεργαστήκαμε με τον Φάμπιο Καβάλι, ο οποίος κι επειδή γνώριζε τους κρατουμένους μας πρότεινε σε μια λίστα ποιους θεωρούσε κατάλληλους για την ταινία. Όσο για τους άλλους, στη διάρκεια της οντισιόν τους προτείναμε, αν δεν θέλουν, να μην αποκαλύψουν τα πραγματικά ονόματα τους για τη διασφάλιση της ιδιωτικότητας τους. Πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε όταν όλοι ανεξαιρέτως χρησιμοποίησαν τα πραγματικά ονόματα τους, των γονιών τους και των τόπων γέννησης τους. Μετά συμπεράναμε ότι το έκαναν καθότι η ταινία γι’ αυτούς είναι ένα μέσο να έρθουν σε επαφή με τους δικούς τους ανθρώπους, οι οποίοι θα μάθουν για τη ζωή τους στη φυλακή. Βλέποντας έναν-έναν να περνάει μπροστά από την κάμερα, γνωρίσαμε ακριβώς την κατάσταση και κυρίως τον πόνο που υπάρχει στη ζωή τους.

Ακολουθήσατε το σενάριο ή βασιστήκατε σε αυτοσχεδιασμούς σαν να γυρίζατε ντοκιμαντέρ;

Ακολουθήσαμε το σενάριο. Γράψαμε ένα σενάριο όπως κάνουμε σε όλες τις ταινίες μας. Μετά, όπως συμβαίνει πάντοτε, στο γύρισμα, με την κάμερα αναμμένη και τους ηθοποιούς να παίζουν, το σενάριο γίνεται διαφορετικό, συνυπολογίζοντας και τις τοποθεσίες, το φως και το σκοτάδι. Με όλο τον σεβασμό στον Σαίξπηρ (ο οποίος είναι για εμάς ο πατέρας μας, ο αδελφός μας -και ως μεγάλοι πια- ο γιος μας), πήραμε τον “Ιούλιο Καίσαρα”, τον αποδομήσαμε και εν συνεχεία τον ξαναχτίσαμε. Κρατήσαμε το πνεύμα της τραγωδίας, αλλά δουλέψαμε διαφορετικά στο κομμάτι της αφήγησης. Είναι σαν να δημιουργήσαμε ένα “παιδί” του Σαίξπηρ, που σίγουρα ο ίδιος θα λάτρευε! Επίσης, σημαντική ήταν η βοήθεια του Φάμπιο Καβάλι στη μετάφραση των κειμένων από τις διαφορετικές διαλέκτους που τις έλεγαν οι φυλακισμένοι. Οι τελευταίοι κατάλαβαν τι ακριβώς θέλαμε να κάνουμε και σε αυτό μας βοήθησαν πολύ, γιατί είπαν πολλές αλήθειες, εξέφρασαν ποικιλία συναισθημάτων και εντέλει απέδωσαν εξαιρετικές και διαφορετικές μεταξύ τους ερμηνείες. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: ο μάντης, ο Ναπολιτάνος “Πατσαριέλο” ο οποίος φέρνει την παλάμη στη μύτη του ζητώντας από το κοινό να κάνει ησυχία, δεν υπάρχει μες στο σενάριο. Ωστόσο, μας θύμισε έναν από τους πιο τρελούς χαρακτήρες του Σαίξπηρ, τον Τζόρικ, κι αυτό για εμάς ήταν ένα σημάδι. Τον χρησιμοποιήσαμε λοιπόν ως φόρο τιμής στον Σαίξπηρ.

Γιατί διαλέξατε τον “Ιούλιο Καίσαρα” του Σαίξπηρ;

Δεν είχαμε κάτι άλλο στο μυαλό μας εκείνη την περίοδο. Επίσης, η απόφαση μας ήρθε και βάσει των ανθρώπων που θέλαμε να συνεργαστούμε. Οι κρατούμενοι στη φυλακή Ρεμπίμπια έχουν ένα κοντινό ή μακρινό παρελθόν που πρέπει να λάβεις υπόψη σου. Έχουν ελαττώματα, έχουν πέσει σε παραπτώματα, λάθη, παραβάσεις, έχουν κάνει εγκλήματα και είναι άνθρωποι με διαλυμένες σχέσεις. Ως εκ τούτου θα έπρεπε να επιλέξουμε μια ιστορία με εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Και η ιταλική κινηματογραφική διασκευή του “Ιούλιου Καίσαρα” διαθέτει φιλίες και προδοσίες, δύναμη, ελευθερία και πολλές αμφιβολίες. Και φόνο, επίσης. Πολλοί από τους κρατουμένους-ηθοποιούς μας ήταν κάποτε “άντρες με τιμή”, γεγονός που δεν άλλαξε ακόμη και αν βρέθηκαν στη φυλακή. Θυμόμαστε χαρακτηριστικά όταν ζητήσαμε από αυτόν που υποδύεται τον δολοφόνο του Καίσαρα να δείξει τον ίδιο και απαράμιλλο θυμό για να σκοτώσει. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα συνειδητοποιήσαμε τι είχαμε πει και τι οδηγίες είχαμε δώσει. Αυτοί οι ηθοποιοί ήξεραν πολύ καλά το οτιδήποτε υπήρχε στο έργο, από την ίδια τους τη ζωή, πριν καν τους το πούμε εμείς ως σκηνοθετική οδηγία. Έτσι, αποφασίσαμε να τους ακολουθήσουμε μέρες και νύχτες στα κελιά τους, στις καθημερινές ασχολίες τους, στους περιπάτους και τον ελεύθερο χρόνο τους, στα επισκεπτήρια που δέχονται κ.ά.

Πως δουλέψατε με τον Φάμπιο Καβάλι;


Για να καταλάβεις τη συνεργασία μας και τον ενθουσιασμό του Φάμπιο, θα σου πούμε πως αντέδρασε όταν συζητήσαμε για πρώτη φορά μαζί του την ιδέα μας για την ταινία. “Θα μπορούσατε να γυρίσατε τη Μάχη των Φιλίππων στα λιβάδια πίσω από τη φυλακή. Πιστεύω πως ο διευθυντής θα επέτρεπε σε όλους τους κρατουμένους να συμμετάσχουν.” Βέβαια δεν ήταν αυτή η δική μας οπτική πάνω στην ταινία, κάτι που ο Φάμπιο αποδέχτηκε και χάρη στην ευγένεια και ευαισθησία που διαθέτει αλλά και τις γνώσεις πάνω στις τέχνες και τα θεάματα, μας βοήθησε πολύ. Όταν του περιγράψαμε τη σεναριακή μας ιδέα, συνέδραμε στη συγγραφή. Μας έδειξε ακόμη μυστικά μέρη των φυλακών που ίσως θα θέλαμε να δούμε, μας έφερνε σε επαφή με τους κρατουμένους, ενώ μας σύστηνε εκείνους που πίστευε ότι ταίριαζαν σε συγκεκριμένους ρόλους. Βοήθησε πολύ και στη συγκρότηση ομάδων φυλακισμένων για τα γυρίσματα αλλά και στις σκηνές που ανεβαίνει η παράσταση στο θέατρο των φυλακών. Στο τέλος έκανε κάτι ακόμα καλύτερο: έδωσε στον εαυτό του το ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή της παράστασης και έπαιξε στην ταινία μαζί με τους τροφίμους των φυλακών λέγοντας τους: “Μέχρι σήμερα ήμουν ο υπεύθυνος για την καλλιτεχνική σας αναμόρφωση. Από τώρα όμως οι αδελφοί Ταβιάνι μας σκηνοθετούν, και εμείς θα βλέπουμε στο σινεμά τους εαυτούς μας να παίζουν μιλώντας διαφορετικές διαλεκτους.”

Γιατί αποφασίσατε να παίζουν οι ηθοποιοί, μιλώντας διαφορετικές διαλέκτους;

Για αρκετούς μήνες πριν τα γυρίσματα πηγαίναμε πολύ συχνά στη Ρεμπίμπια. Σε αυτές τις επισκέψεις μας, κατά τα περάσματα μας από τους διαδρόμους της πτέρυγας υψίστης ασφαλείας, είδαμε πολλούς φυλακισμένους, νεαρούς και γηραιότερους, να ξαπλώνουν για ώρες στο κρεβάτι τους και να μη λένε κουβέντα. Αυτό μας είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Κάποιο πρωινό, σε ένα μεγαλύτερο κελί, διαπιστώνουμε ότι μια ομάδα δέκα περίπου αντρών κάθεται σε ένα μεγάλο τραπέζι πάνω από ένα πακέτο με έγγραφα. Αυτό ήταν το σενάριο μας, και εκείνοι οι άντρες του μελετούσαν και το μετέφραζαν στις διάφορες διαλέκτους, που ομιλούνταν στις φυλακές –Ναπολιτάνικα, Σικελικά, Απουλιανά κ.ά-, προφανώς καθοδηγούμενοι από τον Φάμπιο και τον Κόσιμο Ρέγκα (παίζει τον Κάσιο). Και στη συνέχεια, στις οντισιόν, μας άρεσε να ακούμε τον Πρόσπερο και την Άριελ να μιλούν Ναπολιτάνικα, τον Ρωμαίο και τον Πολώνιο να ψιθυρίζουν, να φωνάζουν και να καταριούνται στα Σικελικά ή στα Απουλιανά… Διαπιστώσαμε λοιπόν ότι αυτές οι διαφορετικές λεκτικές αποδόσεις της τραγωδίας λένε μια νέα αλήθεια για την ουσία του κειμένου. Κι αυτή η αλήθεια ανακαλύπτεται από τον κάθε τρόφιμο ο οποίος μπορεί να επικοινωνήσει στη γλώσσα του, ανακαλύπτοντας έτσι τον εαυτό του και παραλληλίζοντας τα γεγονότα του έργου με τη ζωή του.

Η ταινία έχει γυριστεί εξ ολοκλήρου στη φυλακή; Υπήρχαν περιορισμοί από τη διοίκηση των φυλακών για τα όρια της κινηματογράφησης;

Η ταινία γυρίστηκε ολόκληρη στη Ρεμπίμπια. Τα γυρίσματα κράτησαν τέσσερις εβδομάδες, από το πρωί έως το βράδυ. Ήμασταν εξαντλημένοι αλλά ενθουσιασμένοι. Λέγαμε: “Έχουμε την ίδια όρεξη όπως στις πρώτες μας ταινίες”. Όσο για την κινηματογράφηση μας, είχαμε απόλυτη ελευθερία. Μπορούσαμε να γυρίσουμε όλους τους χώρους, από την αυλή μέχρι τη βιβλιοθήκη, με μια μόνο εξαίρεση: Να μην ασχοληθούμε καθόλου με τους κρατουμένους που ήταν στην απομόνωση. Επίσης σταματούσαμε το γύρισμα όταν οι φυλακισμένοι που δεν συμμετείχαν στην ταινία έβγαιναν από τα κελιά τους προκειμένου να φάνε, να δουλέψουν, να πλυθούν ή να κάνουν τις δραστηριότητες τους. Η ταινία έλαβε χώρα σε ένα μέρος όπου αναπτύσσονται φιλίες αλλά και έχθρες. Εν γένει σε ένα ευαίσθητο μέρος. Οι φύλακες μας έλεγαν να μην τους πλησιάζουμε και να μην αναπτύσσουμε σχέσεις μαζί τους. Και ενώ υπήρχαν στιγμές που νιώθαμε γι’ αυτούς συμπάθεια και συμπαράσταση, ακόμη και φιλία, υπήρχαν κι άλλες που καταλαβαίναμε ότι θα πρέπει να σεβαστούμε τις οικογένειες τους κι αυτούς που είχαν βλάψει με τα εγκλήματα τους. Πάντως, με την ολοκλήρωση του φιλμ τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα, καθώς αποχωρήσαμε από τη φυλακή με βαριά καρδιά και οι ίδιοι οι κρατούμενοι μας αποχαιρέτησαν με δυσκολία. Μάλιστα, ο Κόσιμο Ρέγκα, που υποδύεται τον Κάσιο, μας φώναξε κατά την έξοδο μας: “Πάολο και Βιτόριο, μετά από αυτό το φιλμ τίποτα δεν θα είναι το ίδιο”.

Γιατί αποφασίσατε να γυρίσετε το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας σε ασπρόμαυρο;

Επειδή το χρώμα προσδίδει ρεαλισμό ενώ το ασπρόμαυρο όχι. Αν και η ταινία είναι μια πραγματικότητα, αυτή η δήλωση μας αντιπροσωπεύει. Κάποια στιγμή στη φυλακή διαπιστώσαμε ότι δεν θέλαμε να αποδώσουμε έναν τηλεοπτικό νατουραλισμό κι έτσι με το ασπρόμαυρο νιώσαμε ελεύθεροι να κινηματογραφήσουμε αυτόν τον “παράλογο” κόσμο της φυλακής της Ρεμπίμπια, όπου ο Καίσαρας δεν σκοτώθηκε στο αρχαίο σκηνικό της Ρώμης αλλά στους μικρούς θαλάμους όπου οι τρόφιμοι ξοδεύουν τον απεριόριστο ελεύθερο χρόνο τους. Με το ασπρόμαυρο νιώσαμε ελεύθεροι να κινηματογραφήσουμε τον Βρούτο στο κελί του να υποφέρει και να μονολογεί με πάθος: “Ο Καίσαρας πρέπει να Πεθάνει”. Επιλέξαμε ισχυρές και βίαιες εικόνες που στο τέλος χάνονται μες στη χαρά και την επιτυχία των κρατουμένων-ηθοποιών. Αλλά η επιλογή βασίστηκε και στη αφήγηση της ιστορίας, στην πορεία του χρόνου και σε ένα πιο εύκολο και κατανοητό φλασμπάκ. Δεν πρόκειται για μια καινοτόμα επιλογή, όμως μας αρέσει να δουλεύουμε και με δοκιμασμένες πρακτικές.

Ας μιλήσουμε για το σάουντρακ της ταινίας και τους συνθέτες.

Όπως πάντα στείλαμε στους μουσικούς το σενάριο, πριν ακόμα τελειώσει. Βέβαια την απόφαση τους την πήρανε μόλις μας επισκεφτήκανε στα γυρίσματα, στη φυλακή Ρεμπίμπια, και είδαν και ένιωσαν από κοντά τη δύναμη, την ενέργεια και τον παλμό αυτής της ταινίας. Τότε αποφασίσανε ότι η μουσική πρέπει να είναι λιγοστή, επικεντρωμένη σε μερικά όργανα όπως το σαξόφωνο, αλλά πολλή δυνατή. Όσον αφορά τον Τζιουλιάνο Ταβιάνι. Πριν 20 χρόνια είχε πει: “Δεδομένου ότι είμαι ο γιος σας και ο ανιψιός σας, αυτόματα με θέτει εκτός οποιασδήποτε συνεργασίας μου μαζί σας”. Χρειάστηκε να περάσουν 26 ταινίες που έφτιαξε τη μουσική τους. και οι δικές μας παραγωγές με τους Μορικόνε και Πιοβάνι, ώστε να συνεργαστούμε μαζί. Απόφαση του ακόμη ήταν να συνθέσουν μαζί με τον ταλαντούχο πιανίστα Καρμέλο Τράβια, ένα αποτέλεσμα που δικαιώνει τις προσδοκίες ολονών μας.


Η Τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΡΑΝΑΚΗΣ | FLIX.gr | 14 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012

Έχοντας παρουσιάσει την μέχρι στιγμής σπουδαιότερη ταινία του φετινού Φεστιβάλ Βερολίνου, ο Πάολο και ο Βιτόριο Ταβιάνι μίλησαν στο Flix για την πολιτική, τη σημασία της Τέχνης, το πέρασμα του χρόνου και τους άλλους “αδερφούς” του παγκόσμιου σινεμά...

Βρισκόμαστε στην πέμπτη ημέρα της 62ης Μπερλινάλε και το “Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει” των αδερφών Ταβιάνι παραμένει η καλύτερη στιγμή όλου του Φεστιβάλ. Μια ταινία που όχι μόνο δεν προδίδει την ηλικία των δημιουργών του (οι οποίοι βρίσκονται και οι δύο στην όγδοη δεκαετία της ζωής τους) αλλά αποδεικνύει πως οι για χρόνια ξεχασμένοι αδερφοί του ιταλικού σινεμά όχι μόνο είναι εδώ, αλλά συνεχίζουν να κάνουν σινεμά με τον ίδιο ενθουσιασμό που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του '60.
Η συνάντηση μαζί τους ήταν αποκαλυπτική. Γεμάτοι ενεργητικότητα, χιούμορ και μια κατασταλαγμένη άποψη για τη ζωή και το σινεμά, οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι μίλησαν στο Flix για το πως ξεκίνησε η ιδέα μιας κινηματογραφημένης παράστασης του “Ιουλίου Καίσαρα” από τους τροφίμους μιας φυλακής υψίστης ασφαλείας, για το αν η Τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και πως μετά από τόσα χρόνια παραμένουν φίλοι, συνεργάτες και συνοδοιπόροι στη μεγάλη περιπέτεια του σινεμά.

 


Για τη σχέση της ταινίας με την πολιτική κατάσταση στην Ιταλία σήμερα
Πάολο Ταβιάνι: Είμαστε πολύ λιγότερο “πολιτικοί” απ' όσο οι κριτικοί θέλουν να πιστεύουν για το έργο μας. Όταν ξεκινήσαμε αυτό το πρότζεκτ και αρχίσαμε την παραγωγή του, το πολιτικό σκηνικό στην Ιταλία δεν είχε αλλάξει. Πρωθυπουργός ήταν ακόμη ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Δεν σκεφτήκαμε τη νέα κατάσταση, απλά ελπίζαμε να αλλάξει κάποια στιγμή το σκηνικό στην διακυβέρνηση της Ιταλίας. Δεν κάνουμε ταινίες με σκοπό να αποδείξουμε μια θέση ή να διαδώσουμε πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα. Πιστεύουμε ότι όλοι μας είμαστε πολιτικά όντα και πως κάθε ταινία είναι αποτέλεσμα τύχης. Σε αυτή την περίπτωση αυτό που συνέβη ήταν ότι μία φίλη μας πρότεινε να πάμε στις φυλακές Ρεμπίμπια, στα προάστια της Ρώμης, για να παρακολουθήσουμε τη θεατρική παράσταση μιας ομάδας φυλακισμένων της πτέρυγας υψίστης ασφαλείας των φυλακών. Αποφασίσαμε να πάμε, και παρόλο που ήμασταν σκεπτικοί για το τι θα αντιμετωπίσουμε. συγκλονιστήκαμε από το θέαμα. Ένας σαραντάχρονος φυλακισμένος απήγγειλε αποσπάσματα από την “Κόλαση” του Δάντη και πριν ξεκινήσει δήλωσε πως “εμείς οι κρατούμενοι μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι σημαίνει να υποφέρεις για την αγάπη και την απελπισία του να μην μπορείς να ζήσεις τον έρωτα σου. Βρισκόμαστε μακριά από τις γυναίκες μας, τις αρραβωνιαστικές μας, τους ανθρώπους που αγαπάμε και δεν ξέρουμε αν θα μας περιμένουν όταν βγούμε από δω”. Όταν ξεκίνησε να απαγγέλει με τη ναπολιτάνικη προφορά του, συνειδητοποιήσαμε ότι μέσα από τη διάλεκτο του οι στίχοι του Δάντη έπαιρναν ένα καινούριο νόημα. Αυτό μας βοήθησε να καταλάβουμε ότι αν θέλαμε να κάνουμε μια ταινία για αυτούς τους κρατούμενους να ανεβάζουν μια παράσταση του “Ιούλιου Καίσαρα” του Γουίλιαμ Σαίξπηρ θα έπρεπε να τους αφήναμε ελεύθερους να μιλάει ο καθένας στη δική του διάλεκτο. Γι' αυτό το λόγο άλλωστε διαλέξαμε και τον “Ιούλιο Καίσαρα”, γιατί μέσα του βρίσκονται με κάποιο τρόπο συγκεντρωμένα όλα τα θέματα που αφορούν έναν φυλακισμένο.


Για την αρμονική σχέση και συνεργασία τους και το χρόνο που περνάει
Βιτόριο Ταβιάνι: Εκτός από τις μέρες που είμαστε σε γύρισμα, συναντιόμαστε τα πρωινά και συζητάμε για όσα μας απασχολούν, τι διαβάσαμε στις εφημερίδες και τα επόμενα μας σχέδια. Το απόγευμα δεν τηλεφωνιόμαστε ποτέ. Το καλοκαίρι κάνουμε χωριστές διακοπές, μοιραζόμαστε το εξοχικό μας στη Σικελία, ο ένας πηγαίνει με την οικογένεια του τον Ιούλιο και ο άλλος τον Αύγουστο. Χρειαζόμαστε να είμαστε χωριστά. Αλλά το σινεμά είναι πάντοτε μια υπέροχη περιπέτεια και δεν υπάρχει πιο ωραίος τρόπος από το να το μοιράζεσαι με κάποιον. Υπάρχουν πολλές ιστορίες που θέλουμε να πούμε και δεν μπορεί παρά να είναι ευτυχία να έχεις δίπλα σου έναν συνοδοιπόρο που εκτιμάς και σέβεσαι. Για εμάς το να κάνουμε ταινίες έχει νόημα όταν ανακαλύπτουμε κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί στη μεγάλη οθόνη. Τι άλλο να προσθέσω; Το σινεμά ξεκίνησε με τους αδερφούς Λιμιέρ και μετά από εμάς υπήρξαν πολλά αδέρφια που μας μιμήθηκαν: οι αδερφοί Νταρντέν, οι αδερφοί Κοέν... Με κάποιο τρόπο γίναμε το παράδειγμα!

Για το αν το σινεμά και η Τέχνη μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο
Πάολο Ταβιάνι: Όχι, αλλά είναι σίγουρα ο κόσμος που αλλάζει το σινεμά. Ο κινηματογράφος μετράει μόνο 100 χρόνια ζωής και ήδη γίνεται κάτι διαφορετικό από αυτό που ξέραμε. Δεν είναι κάτι που πρέπει να μας τρομάζει. Τόσο οι νέοι κινηματογραφιστές, όσο και οι παλιότεροι, σαν εμάς, που νιώθουν νέοι πρέπει να μάθουν τη νέα γλώσσα του σινεμά. Αλλά πιστεύουμε πως η Τέχνη είναι μια ανάγκη του ανθρώπινου είδους. Ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να αναπαριστά την πραγματικότητα του, να προσπαθεί να βελτιώσει τη ζωή του και με αυτήν την έννοια ναι η Τέχνη μπορεί να βοηθήσει να κάνουμε τις ζωές μας καλύτερες.

Για το ποια είναι η αγαπημένη ταινία από τη φιλμογραφία τους
Βιτόριο Ταβιάνι: Η πιο “άσχημη” που έχουμε κάνει.
Πάολο Ταβιάνι: Αυτή που δεν έχουμε κάνει ακόμη...

 

 

 

Βραβεία, Διακρίσεις

 

 

ΦΕΣΤΙΒΑΛ | ΒΡΑΒΕΙΑ | ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Ο “Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει” προβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 στο Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου προκάλεσε αίσθηση στο κοινό και συζητήθηκε εντόνως από δημοσιογράφους, κριτικούς κινηματογράφου και κινηματογραφιστές. Κέρδισε την Χρυσή Αρκούδα Καλύτερης Ταινίας και το Βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής, προκαλώντας συζητήσεις για τη μεγαλειώδη επιστροφή τους.

Η ταινία βέβαια διακρίθηκε και στα εγχώρια βραβεία στην Ιταλία. Στα David di Donatello ήταν υποψήφια σε οχτώ κατηγορίες, κερδίζοντας εκείνα της Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Παραγωγής, Μοντάζ και Ήχου. Ήταν επίσης υποψήφια στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας στις ιταλικές Χρυσές Σφαίρες. Ενώ στα βραβεία της Ένωσης Ιταλών Δημοσιογράφων κέρδισε την Ασημένια Κορδέλα της χρονιάς.

Η ταινία των αδελφών Ταβιάνι θα διαγωνιστεί για τα Βραβεία Καλύτερης Ταινίας και Κοινού στα φετινά Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου, που θα ανακοινωθούν την 1η Δεκεμβρίου στη Μάλτα.

 

 

 

 

Βιογραφικό Σημείωμα

 

 

ΠΑΟΛΟ & ΒΙΤΟΡΙΟ ΤΑΒΙΑΝΙ
Βιογραφικό Σημείωμα


Ιταλοί σκηνοθέτες και σεναριογράφοι. Ο Πάολο είναι 81 και ο Βιτόριο 83 ετών. Γεννήθηκαν στο χωριό Σαν Μινιάτο της Τοσκάνης. Σπούδασαν στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, μουσικολογία και ιστορία της τέχνης ο Πάολο και νομική ο Βιτόριο, αλλά στράφηκαν γρήγορα στον κινηματογράφο. Μεγάλη τους επιρροή θεωρείται ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, του οποίου αργότερα υπήρξαν βοηθοί.

Αρχικά ασχολήθηκαν με την κριτική κινηματογράφου και τη δημιουργία κινηματογραφικών λεσχών στην περιοχή τους. Στη συνέχεια υπήρξαν σκηνοθέτες πολλών ντοκιμαντέρ για την ιταλική τηλεόραση, ενώ γύρισαν και μικρού μήκους ταινίες. Πρώτη τους ταινία είναι το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους “Σαν Μινιάτο” (συνεργάστηκαν στο σενάριο οι Βαλεντίνο Ορσίνι και Τσέζαρε Ζαβατίνι), με θέμα τη ναζιστική θηριωδία που έπληξε το χωριό τους. Το ίδιο θέμα θα τους απασχολήσει αργότερα στην ταινία “Η Νύχτα του Σαν Λορέντζο”.

Το 1962 πραγματοποίησαν το ντεμπούτο τους με τη μεγάλου μήκους ταινία “Ένας άντρας στην Πυρά”, σε συσκηνοθεσία με τον Βαλεντίνο Ορσίνι. Η συνεργασία τους συνεχίστηκε και στην επόμενη ταινία, τους “Παράνομους του Έρωτα”.

Διακρίνονται για το νεορεαλιστικό τους στυλ, μια και προσλαμβάνουν ερασιτέχνες ηθοποιούς και χρησιμοποιούν το φυσικό φως. Το στυλ αυτό, αρκετά χρόνια αργότερα, το εγκαταλείπουν καθότι εμπόδιζε το καλλιτεχνικό τους όραμα, όπως οι ίδιοι είχαν δηλώσει. Κάθε ταινία των Ταβιάνι μοιάζει σαν ένα κεφάλαιο ενός μεγάλου βιβλίου, που συγγράφουν οι ίδιοι από τις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Βαθιά επηρεασμένοι από τις αντιφασιστικές απόψεις και τους διωγμούς που υπέστη ο δικηγόρος πατέρας τους, οι ταινίες τους είναι σε ένα βαθμό αυτοβιογραφικές και εστιάζουν στη βία και την αδικία που υφίστανται οι αδύναμοι και αθώοι. Ένα άλλο κομμάτι που τους απασχολεί είναι να εξετάζουν τον καθοριστικό ρόλο της θρησκείας και της παράδοσης στη ζωή των ανθρώπων.

Ακόμη, διακρίνονται για το ημι-ντοκιμαντερίστικο στυλ τους, που αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στην τελευταία μεγάλη επιτυχία τους, “Ο Καίσαρας πρέπει να Πεθάνει”. Επίσης, ο φιλοσοφικός τους στοχασμός και η μαρξιστική, ουμανιστική και επαναστατική τους ματιά, αποτελούν σημαντικά στοιχεία στην κινηματογράφηση τους. Η αισθητική τους είναι επηρεασμένη από μουσικές φόρμες, και χρησιμοποιούν ως κύριο αφηγηματικό μέσο την ποιητική αλληγορία.

Έχουν γυρίσει περισσότερες από 20 ταινίες για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο από τη δεκαετία του 1960, και συνεχίζουν ακόμη, με αποκορύφωμα τη φετινή βράβευση τους στο Φεστιβάλ Βερολίνου με τη Χρυσή Αρκούδα Καλύτερης Ταινίας για το ντοκιουντράμα “Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει”. Είναι “υπεύθυνοι” για μερικές από τις καλύτερες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου του 20ου αιώνα.

Θεωρούνται οι τελευταίοι μεγάλοι auteurs του άλλοτε κραταιού ιταλικού κινηματογράφου. Έχουν κερδίσει στην καριέρα τους βραβεία στα Φεστιβάλ Καννών (μεταξύ άλλων, τον Χρυσό Φοίνικα για τον “Πατέρα Αφέντη”), Βενετίας (τιμήθηκαν το 1986 με το Χρυσό Λιοντάρι για το σύνολο της καριέρας τους), Βερολίνου, Μόντρεαλ,  Μόσχας, Βαγιαδολίδ, κ.ά.

 

Φιλμογραφία (Επιλεγμένη)

Ο Καίσαρας πρέπει να Πεθάνει - 2012
Εκλεκτικές Συγγένειες - 1996
Φιορίλε - 1993
Χάος - 1984
Η Νύχτα του Σαν Λορέντζο - 1982
Πατέρας Αφέντης - 1977
Αλόζανφαν - 1974
Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα - 1972

 

 

 

Κριτικές

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Εντυπωσιακό, ελκυστικό, προκλητικό ντοκιουντράμα.

Jay Weissberg, Variety




Ο θρίαμβος των παππούδων! Από την αρχή φάνηκε ότι η ταινία των Ταβιάνι ανήκε στις μεγάλες ταινίες του Φεστιβάλ Βερολίνου.

Γιάννης Ζουμπουλάκης, Το Βήμα




Σινεμά μοντέρνο. Οι Ταβιάνι υπογράφουν το αριστούργημα της διοργάνωσης. Έχουν στη κυριολεξία "στύψει" ό,τι θα μπορούσε να προκύψει από το όλο εγχείρημα τους. Το μόνο που σου μένει είναι μια Μεγάλη Ανατριχίλα. Ταινία δυνατών συγκινήσεων.

Άκης Καπράνος, Τα Νέα




Βαθιά ανθρώπινη, έξυπνη και επιδραστική ταινία, λειτουργεί πολυεπίπεδα και με πολιτική συνείδηση.

Geoff Andrew, Time Out London




Οι Ταβιάνι έκαναν την έκπληξη! Ένα αφοπλιστικό, πολυδιάστατο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, αλλά και ένας ευφυής παραλληλισμός τέχνης και αληθινής ζωής.

Χρήστος Μήτσης, Αθηνόραμα




Κέρδισαν δίκαια τη Χρυσή Άρκτο. Μια αλληγορία που δεν μασάει τα λόγια της για το παιχνίδι της εξουσίας.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος, LIFO




Αναμφισβήτητα πρόκειται για μιαν από τις καλύτερες ταινίες του φεστιβάλ.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης, Ελευθεροτυπία




Μια συναρπαστική ταινία, ανώτερη και πολυεπίπεδη ώστε να δημιουργεί υψηλές προσδοκίες στο θεατή.

Sound on Sight




Με ατόφια δραματική ένταση “θολώνονται” τα νερά μεταξύ πραγματικής ζωής και τέχνης. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτό είναι αξιοθαύμαστος. Όπως και ο μεταμοντέρνος “Ιούλιος Καίσαρας” της ταινίας, άλλωστε.

Lee Marshall, Screen International




Οι Ταβιάνι κινηματογραφούν το λεπτό όριο μεταξύ τέχνης και ζωής, με τρόπο συναρπαστικό.

David Rooney, Hollywood Reporter

 

 

Φωτογραφίες

 

 

 

Trailer ταινίας

 

 

 


Από Πέμπτη 16 Νοεμβρίου
στους κινηματογράφους
ΑΣΤΥ & ΠΤΙ-ΠΑΛΑΙ

Κινηματογράφος ΑΣΤΥ